Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ Τ Ο Υ Σ Υ Γ Γ Ρ Α Φ Ε Α
Το ανά χείρας «Κάστρο της Νάξου, οικοδομική ιστορία (13ος - 20ός αι.)» αποτελεί έκδοση βασισμένη στη διδακτορική διατριβή την οποία εκπόνησε ο γράφων επί σειρά ετών υπό την εποπτεία του αείμνηστου καθηγητή Gottfried Gruben * και υπέβαλε τελικά προς έγκριση στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο **. Η έρευνα αφορά την ίδρυση και εξέλιξη του κάστρου της Χώρας της Νάξου, πρωτεύουσας του Αρχιπελάγους, από την Δ΄ Σταυροφορία μέχρι σήμερα, με έμφαση (κατά τον αρχικό στόχο του γράφοντος) στην αναζήτηση στοιχείων της πρώτης μορφής του οχυρού, ελάχιστα στοιχεία της οποίας έχουν διασωθεί. Τα χωρικά όρια του θέματος αντιστοιχούν στη σημερινή έκταση του Κάστρου και του άμεσου περιβάλλοντός του.
Δεδομένου ότι το μεσαιωνικό αυτό κάστρο ουδέποτε εγκαταλείφθηκε, παρέμεινε δηλαδή ένας εξελισσόμενος, ζων οικισμός μέχρι σήμερα, με τα σχετικά επακόλουθα στη δόμησή του, απαιτήθηκαν η συλλογή και συνεξέταση ιστορικών, αρχειακών και υλικών μαρτυριών για όλα τα στάδια της δόμησής του, αρχίζοντας από τη νεότερη εποχή και προχωρώντας αντίστροφα στο χρόνο, με συνέπεια τη χρονική και θεματική επαύξηση του ερευνητικού έργου. Η σχετική έλλειψη ιστορικών πηγών και αξιόπιστων τεκμηρίων για τη μεσαιωνική περίοδο, όπως ακόμη και η απουσία κατάλληλων τοπογραφικών υποβάθρων, είναι οι λόγοι που ώθησαν το συγγραφέα στην εκτέλεση λεπτομερούς σχεδιαστικής αποτύπωσης (πλήθος μετρήσεων, επιτόπια σχεδίαση) και συστηματικών παρατηρήσεων. Πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά μια «ακτινογράφηση» του Κάστρου, βάσει της οποίας ερμηνεύθηκε εντέλει η οικοδομική ιστορία του.
Τα ανωτέρω στοιχεία, λόγω εκτάσεως, αλλά και εξαιτίας της αναγκαιότητας ταυτόχρονης χρήσης κειμένου και μεγάλων σχεδίων, παρουσιάζονται σε δύο τόμους. Ο πρώτος τόμος (Α′), περιέχει το κείμενο. Ο δεύτερος τόμος (Β′) (με 91 φύλλα πρωτότυπων σχεδίων, τέσσερα εκ των οποίων μεγαλύτερου μεγέθους, αναδιπλούμενα) περιέχει τα υπό κλίμακα πρωτογενή επί χάρτου σχέδια των αρχιτεκτονικών αποτυπώσεων - καταγραφών, άλλα πρωτογενή σχέδια συνθετικού χαρακτήρα, όπως, π.χ., εξελικτικών φάσεων της πόλης, κ.ά.
Τα κείμενα του τόμου Α′ χωρίζονται σε επτά κεφάλαια (Εισαγωγή, Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ) και σε περισσότερα υποκεφάλαια (βλ. πίνακα περιεχομένων στον τόμο Α′):
Στην Εισαγωγή εκτίθενται το πλαίσιο διεξαγωγής της έρευνας, οι στόχοι, η μέθοδος και οι παραδοχές. Προτάσσεται επίσης συνοπτική αναφορά στα γεωγραφικά και γεωλογικά χαρακτηριστικά του νησιού.
Στο κεφάλαιο Α, «Ιστορική, κοινωνική, οικονομική, πολιτική και θρησκευτική εξέλιξη του Δουκάτου του Αρχιπελάγους», αποτολμάται η αναλυτική κριτική εξέταση του ιστορικο - κοινωνικο - πολιτικού πλαισίου ανάπτυξης της κεντρικής περιοχής του Αιγαίου από τον 13ο αιώνα μέχρι και τις αρχές του 20ού, όπως αυτή προκύπτει από τις ιστορικές πηγές, αλλά και μέσα από τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Τούτο κρίθηκε σκόπιμο προκειμένου να αναγνωρισθούν και να ερμηνευθούν ο κτιριακός τύπος, ο τρόπος και η μορφή δόμησης, καθώς και η εμβέλεια του αρχικού οχυρού, ενώ η μελέτη αυτών και άλλων παραγόντων της ζωής ανά τους αιώνες φώτισε το εν εξελίξει πρόσωπο της οχυρής πόλης.
Το κεφάλαιο Β, «Πληροφορίες και έρευνες για το Κάστρο», αναφέρεται στις ιστορικές πηγές της εγκαθίδρυσης του Δουκάτου και της δημιουργίας του Κάστρου, στις σχετικές απόψεις και θεωρήσεις των ιστορικών μετά τον 19ο αιώνα και, τέλος, στις σύγχρονες έρευνες.
Στο κεφάλαιο Γ, «Το Κάστρο - πόλις σήμερα. Η εξέλιξή του», εξετάζονται, όσο το θέμα απαιτεί, μέρη του ευρύτερου συνόλου, λειτουργικώς συναρτημένα με το Κάστρο, δηλαδή το Μπούργο, στην εξέλιξή του, και το λιμάνι. Περιέχεται επίσης συνοπτική περιγραφή της σημερινής κατάστασης του Κάστρου.
Στα μεμονωμένα υποκεφάλαια Δ01 έως Δ54 του κεφαλαίου Δ, «Οι επιμέρους μονάδες του Κάστρου (ανάλυση, σχολιασμός, ειδικά συμπεράσματα) Στα ενδότερα μιας κτιριοδομικής έρευνας», που ακολουθούν, εξετάζονται αναλυτικά οι επιμέρους κτιριακές μονάδες που απαρτίζουν το Κάστρο, ενώ προκύπτουν, ξεχωριστά για καθεμία, τα πρώτα αποσπασματικά συμπεράσματα. Τα υποκεφάλαια αυτά είναι κατανεμημένα σε έξι ομάδες: Δ τομέας Ι, Δ τομέας ΙΙ, Δ τομέας ΙΙΙ, Δ τομέας IV, Δ τομέας V, Δ τομέας VI, που αντιστοιχούν στους έξι τομείς των σχεδίων του τόμου Β′, ενώ είναι έτσι δομημένα, ώστε να παρέχουν στον αναγνώστη - ερευνητή τη δυνατότητα άντλησης ακόμη και αποσπασματικών πληροφοριών για κάθε οικοδόμημα.
Το κεφάλαιο Ε, «Το κάστρο Νάξου ως ολοκληρωμένο σύστημα. Η σύνθεση των τεκμηρίων του», συνθετικό των προηγηθέντων και αμιγώς συμπερασματικό, διαχωρίζεται σε τρία υποκεφάλαια με αντιστοιχία στη διαχρονική εξέλιξη του Κάστρου. Το πρώτο από αυτά (Ε1), «Η γένεση του Κάστρου και το αμυντικό σύστημα», αφορά τη γένεση του αρχικού οχυρού, μιας καθαρά στρατιωτικής εγκατάστασης, με τα απαραίτητα συνοδευτικά της στοιχεία. Στο δεύτερο (Ε2), «Η αρχή της πόλης. Το κάστρο Νάξου οχυρή πόλη», εξετάζεται το Κάστρο ως μια ολοκληρωμένη μεσαιωνική καστροπολιτεία εν λειτουργία, με τα κτήριά της, διοικητικά (Καγκελαρία), θρησκευτικά (Μητρόπολη κ.ά.), στρατιωτικά (πύργοι, αποθήκες) και ιδιωτικά, ενώ συμπεραίνεται η ιδιαίτερη πολεοδομική οργάνωση και εξέλιξη (κυρίως με την οικοδόμηση νέων οικιών). Το τρίτο υποκεφάλαιο (Ε3), «Μετά το 1566… Η εξέλιξη της καστροπολιτείας», έχει χρονική αφετηρία το 1566, σταθμό στην ιστορία του Δουκάτου, που εκφράσθηκε σε περισσότερα επίπεδα με ισχυρότατο αντίκτυπο στη δόμηση. Παρουσιάζεται σε υποκεφάλαια, σχετικά συνοπτικά, η εξέλιξη της καστροπολιτείας σε ιστορικό, στρατιωτικό και πολεοδομικό επίπεδο έως την οριστική ατόνηση του οχυρωματικού χαρακτήρα της.
Τέλος, στο κεφάλαιο ΣΤ περιέχονται όλα τα συμπεράσματα, συμφώνως και προς τον τίτλο του: «Το κάστρο της Νάξου και η οικοδομική του ιστορία - Ίδρυση ενός κάστρου σταυροφόρων, ο μετασχηματισμός του σε μεσαιωνική πόλη και η εξέλιξή του έως τη νεότερη εποχή. Συνοπτικά συμπεράσματα».
Ακολουθούν: εκτενής περίληψη των συμπερασμάτων της έρευνας στα αγγλικά (με αναφορές στις εικόνες του τόμου Α′ και τα σχέδια του τόμου Β΄), κατάλογος βιβλιογραφίας, και κατάλογος εικόνων με αναφορά πηγών.
Ο τόμος Β′ διακρίνεται σε τρεις μεγάλες ενότητες:
Η πρώτη ενότητα, Σχ. 01 έως Σχ. 08, περιλαμβάνει γενικά σχέδια του οικισμού και του ευρύτερου χώρου, συμπεριλαμβανομένου του Κάστρου. Περιέχονται επίσης γενικά σχέδια κατόψεων και τομή του Κάστρου.
Η δεύτερη ενότητα, Σχ. 09 έως Σχ. 81, περιέχει αναλυτικότερα σχέδια με την αναγκαία κατανομή θεμάτων σε περισσότερα συνεχόμενα φύλλα. Αναλόγως προς τη σπουδαιότητα των θεμάτων, η κλίμακα σχεδίασης διαφέρει (π.χ., για τον μητροπολιτικό ναό, πέραν των κτιριοδομικών φάσεων εξέλιξης, παρουσιάζονται και οι ακριβείς θέσεις των οικοσήμων με σχετικές παραπομπές, ενώ μεταξύ άλλων επιτυγχάνεται η ταύτισή τους). Η σειρά των σχεδίων ακολουθεί εκείνη του κειμένου, κατά έξι τομείς *** : Τομέας Ι: Σχ. 09 - Σχ. 17, Τομέας II: Σχ. 18 - Σχ. 31, Τομέας IIΙ: Σχ. 32 - Σχ. 45, Τομέας ΙV: Σχ. 46 - Σχ. 63, Τομέας V: Σχ. 64 - Σχ. 72, Τομέας VI: Σχ. 73 - Σχ. 81.
Η τρίτη ενότητα των σχεδίων, Σχ. 82 έως Σχ. 91, έχει ως θέμα πορίσματα και υποθέσεις για το σύνολο του Κάστρου, όπως και για τμήματά του, με συγκριτικά στοιχεία, αποτυπωμένα επί σχεδίων σε μεγαλύτερες και μικρότερες κλίμακες. Στην ενότητα αυτή περιέχεται και σχέδιο με τις θέσεις κινστερνών και οικοσήμων, των οποίων επιτυγχάνεται η ταύτιση και επιχειρείται η αξιολόγηση.
Τα σχέδια (τόμος Β′), λόγω περιεχομένου (αρχιτεκτονική αποτύπωση, σχεδιαστική ερμηνεία), αποτελούν το σπουδαιότερο και εκ φύσεως πλέον πρωτότυπο μέρος του όλου έργου (οι πληροφορίες που δεν θα ήταν δυνατόν να περιληφθούν σε αυτά περιέχονται στα κείμενα του Α΄ τόμου, αφορώντα την τεκμηρίωση).
Η κατάληξη της μακρόχρονης αυτής έρευνας στην παρούσα έκδοση ελπίζω ότι συμβάλλει ουσιαστικά στη μελέτη της μεσαιωνικής πόλης στον ελλαδικό χώρο και ότι θα αποβεί ιδιαίτερα χρήσιμη στους μελλοντικούς ερευνητές.
Ο ρ έ σ τ η ς Π. Β α β α τ σ ι ο ύ λ α ς
Αθήνα 2009
* Η εκπόνηση της διατριβής (από το 1986 στους σχετικούς καταλόγους του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου), μετά το θάνατο του επιβλέποντος καθηγητή Gottfried Gruben, έγινε δεκτή (προς περάτωση) από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το οποίο ανέθεσε την παρακολούθησή της σε τριμελή επιτροπή απαρτιζόμενη από τους Μανόλη Κορρέ (επιβλέποντα καθηγητή), Γεώργιο Σαρηγιάννη και Μάρω Φίλιππα-Αποστόλου.
** Η διατριβή υποβλήθηκε στο ΕΜΠ το 2006 και εγκρίθηκε στις 26.7.2007.
*** Ο συμβατικός χωρισμός της έκτασης του Κάστρου σε τμήματα («τομείς») ήταν σκόπιμος για τεχνικούς λόγους (ικανοποιητική κατανομή του εκτεταμένου θέματος, εύχρηστα μεγέθη φύλλων, αποφυγή διπλώσεων). Οι έξι τομείς ορίσθηκαν κατά τρόπον ώστε να συνδυάζονται η εποπτεία των ενοτήτων και η αποφυγή επαναλήψεων (λόγω επικαλύψεων).
